εχέφρων

-ον (ΑΜ ἐχέφρων, -ον)
αυτός που έχει μυαλό, φρόνηση, ο μυαλωμένος, ο συνετός («σὺ οὖν ὡς ἐχέφρων, ὡς συνετή», Στουδ. Θεόδ.)
μσν.
το ουδ. ως ουσ. τὸ ἐχέφρον
η σύνεση, η φρόνηση.
επίρρ...
εχεφρόνως (Α ἐχεφρόνως)
με φρόνιμο τρόπο, με συνετό τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < εχε-* (< έχω I) + -φρων (< φρην, φρενός)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ἐχέφρων — masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχέφρων — sensible masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχεφρονέστατον — ἐχέφρων sensible masc acc superl sg ἐχέφρων sensible neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχέφρον — ἐχέφρων sensible masc/fem voc sg ἐχέφρων sensible neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχέφρονα — ἐχέφρων sensible neut nom/voc/acc pl ἐχέφρων sensible masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχεφρονέστερος — ἐχέφρων sensible masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐχεφρόνων — Ἐχέφρων masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχεφρόνων — ἐχέφρων sensible gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐχεφρόνως — ἐχέφρων sensible adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐχέφρον — Ἐχέφρων masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.